Σάββατο, 1 Μαρτίου 2008

Τα όρια του λόγου της Θεολογίας



Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα θέματα με τα οποία ασχολείται η θεολογία προσελκύουν συνεχώς την προσοχή. Ο λόγος γι’ αυτό, νομίζω, είναι προφανής: ο άνθρωπος πάντα ενδιαφέρονταν για το κυρίως αντικείμενο της που είναι το θείο, ανεξάρτητα από ποια οπτική γωνία το έβλεπε.
Για να κατανοήσει όμως κανείς το αντικείμενο της θεολογίας νομίζω ότι πρέπει αρχικά να διευκρινίσει τον ίδιο το όρο «θεολογία» που έχει μία κυριολεκτική αλλά και μία τρέχουσα σημασία.
Η κυριολεκτική σημασία του όρου μπορεί εύκολα να αναδειχτεί αρκεί να ανατρέξει κάποιος στο κλασικό χωρίο του Γρηγόριου του Θεολόγου. Όπως λέει: «Θέλεις να γίνεις θεολόγος και άξιος της θεότητας; Φύλαξε τις εντολές, βάδισε σύμφωνα με αυτές, γιατί η πράξη στηρίζεται στη θεωρία» (Περί δόγματος και καταστάσεως επισκόπων MPG 35, 1080). Αφορά δηλαδή τη στάση του ανθρώπου για να μπορέσει να φτάσει στη θέωση, να γίνει δηλαδή άγιος. Η τρέχουσα, με την οποία ασχολείται αυτό το άρθρο, συνδέεται με την έρευνα κυρίως του χριστιανισμού, αλλά και του θρησκευτικού φαινομένου γενικότερα (αν και το δεύτερο αποτελεί αντικείμενο μιας άλλης επιστήμης, της θρησκειολογίας).
Ο χαρακτήρας δηλαδή της θεολογίας, ως επιστήμης, είναι ερμηνευτικός, αφού η διδασκαλία του χριστιανισμού στηρίζεται σε κείμενα. Και όπως όλες οι ερμηνευτικές επιστήμες έχει τις πηγές της, τις οποία ο ερευνητής θεολόγος καλείται να τις επεξεργαστεί, και κατόπιν να κάνει γνωστά τα πορίσματά του, ώστε αυτά να αξιοποιηθούν από την εκκλησία και την κοινωνία. Φυσικά είναι απαραίτητη η ευαισθησία και η αγάπη γι’ αυτό που κάνει. Μόνο έτσι θα μπορέσει να δημιουργήσει χωρίς προκαταλήψεις, φανατισμούς ή σκοπιμότητες, που είναι ξένες με το χριστιανισμό, στοιχεία του οποίου προσπαθεί να προσεγγίσει.
Τα κείμενα της θεολογικής επιστήμης προέρχονται από την Αγία Γραφή, από τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας, τους Όρους και τους Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων κοκ. Ταυτόχρονα χρήσιμες είναι και άλλες πρωτογενείς πηγές που άμεσα ή έμμεσα παρουσιάζουν πτυχές της ιστορικής πορείας του χριστιανισμού και χρειάζεται και αυτές να ερευνηθούν για να υπάρξει μία όσο το δυνατό πιο ολοκληρωμένη προσέγγισή του
Για να μπορέσουν όμως να πραγματοποιηθούν τα παραπάνω είναι απαραίτητος ο καταρτισμός του θεολόγου σε αντικείμενα που θα τον βοηθήσουν να πλησιάσει το χρονικό διάστημα που γράφτηκαν τα κείμενα, τις συνήθειες και τις νοοτροπίες που κυριαρχούσαν σε αυτό. Σε διαφορετική περίπτωση θα του είναι δύσκολο να έρθει σε επαφή με μία πηγή που δημιουργήθηκε σε συνθήκες που διαφέρουν τελείως από τις σημερινές. Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε ότι ο θεολογικός λόγος είναι κατεξοχήν ιστορικός. Ερμηνείες του λοιπόν που δεν έχουν κατανοήσει το ιστορικό πλαίσιο των κειμένων είναι επικίνδυνες, και μπορεί να οδηγήσουν σε ολέθριες παρανοήσεις.
Κατά την έρευνα των θεολογικών πηγών απαραίτητη είναι και η διαφώτιση των λεπτομερειών τους. Πολλές φορές ακόμη και μία λέξη είναι τόσο σημαντική που η ερμηνεία της μπορεί να αλλάξει ακόμη και τη σημασία σημαντικών στοιχείων. Επιβάλλεται λοιπόν η προσέγγιση των κειμένων να γίνεται με τη δέουσα προσοχή, αφού επηρεάζουν τον τρόπο ζωής και τις στάσεις πολλών συνανθρώπων που έχουν ως σημείο αναφοράς τους τη σχέση με το Θεό.
Τελειώνοντας αυτό τα σύντομο άρθρο θα πρέπει να τονιστεί η χρησιμότητα της θεολογικής επιστήμης. Ασχολούμενη με κείμενα που έχουν διαχρονική αξία και αποτελούν βάσεις του σημερινού πολιτισμού είναι απαραίτητη στον άνθρωπο που θέλει να κατανοήσει την εποχή που ζούμε και να έχει μία ολοκληρωμένη εικόνα της.